Ζουρνάς

Ο ζουρνάς ή καραμούζαή πίπιζα είναι ένα όργανο τύπου όμποε, με διπλό γλωσσίδι. Ζουρνάς λέγεται κυρίως στη Μακεδονία, τη Θράκη, τη δυτική Ρούμελη και τη Μυτιλήνη, ενώ στην άλλη Ελλάδα λέγεται συνήθως καραμούζα και καραμούτζα ή πίπιζα και πίπιτζα. Εκτός από τις παραλλαγές: ζορνές (Κύπρος), ζορνάς (περιοχή Κοζάνης), τζουρνάς (Λευκάδα), πίπεζα, πίπιτσα, πίπιτζα, πίπτσα, πίπα, κλπ, λέγεται επίσης νιάκαρο (το) ή νιάκαρα (η) στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά και καλάμι στη δυτική Ρούμελη. Σημειώνουμε επίσης την παλιότερη λόγια ονομασία αυλός. «Ας αφήσωμεν μακράν ημών πλέον τους λιγυφθόγγους αυλούς και τα βροντόφωνα τύμπανα...» γράφει στα 1897 ο Γ. Ν. Βιζυηνός.

Ταυτίζεται με τον αρχαίο αυλό τον οποίο μέσα από ιστορικές, φιλολογικές αλλά και εικαστικές μαρτυρίες, συναντάμε από την εποχή του Ομήρου. Πριν την εμφάνιση του κλαρίνου στην Ελλάδα, γύρω στα 1830, ο ζουρνάς, σύμφωνα με τον συνθέτη Παύλο Καρρέρ, χαρακτηρίζονταν ως εθνική φλογέρα. Χαρακτηριστικά αναφέρει στα «Απομνημονεύματα» του ότι είδε «...να τραγουδούν και να χορεύουν, παίζοντες τας εθνικώς φλογέρας και τα νταούλια». Σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στη Μακεδονία περισσότερο, πολλές είναι οι τοιχογραφίες και οι αγιογραφικές παραστάσεις που ο ζουρνάς με το νταούλι δεσπόζουν σε μεγάλες βυζαντινές και μεταβυζαντινές συνθέσεις. Κανένας σχεδόν από τους φιλέλληνες αλλά και τους ξένους περιηγητές όπως Pouqueville R. Chandler, αλλά και ο Λόρδος Βύρων δεν άκουσαν με καλό αφτί το ζουρνά. Χαρακτηριστικά ο Φοίβος Ανωγειανάκης στη μνημειώδη εργασία του για τα ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα μεταξύ άλλων γράφει: «Με βασικά διαφορετική μουσική παιδεία όλοι αυτοί οι ξένοι αδυνατούν να προσαρμοστούν στο μελωδικό, ρυθμικό και, γενικότερα, ηχητικό κλίμα της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Για τον Pouqueville αίφνης ο ζουρνάς είναι ένα “κραυγαλέο” όργανο. Όμως, όταν δεν θεμελιώσεις τον Διονυσιασμό, τον Ορφισμό, τα Καβύρεια, δεν ακολουθήσεις τα βήματα του Αλέξανδρου και δεν ζήσεις τον βυζαντινό ιππόδρομο, πώς ο ζουρνάς και τα νταούλια να μην αποτελούν κραυγαλέα όργανα;».

Ο ζουρνάς φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, περίπου από 22 έως 60 εκ., από διάφορα ξύλα: οξιά, κερασιά, καρυδιά, ελιά, μαυρομουριά, κουμαριά, βερικοκιά, μουσμουλιά, ρείκι, σφεντάμι, και σπάνια από έβενο. Φτιάχνεται ακόμα και από πάφιλα (λεπτό ορειχάλκινο έλασμα), για να μη σπάει εύκολα, όσο και αν η ποιότητα του ήχου του, όπως ομολογούν οι ίδιοι οι λαϊκοί μουσικοί, υστερεί σε σύγκριση με τον ξύλινο ζουρνά. Τους πιο μικρούς ζουρνάδες τους συναντάμε σήμερα στη δυτική Ρούμελη -τα ξακουστά ψιλά ζουρνάδια του Μεσολογγίου- και τους πιο μεγάλους, με βαθύτερο ήχο, στη Μακεδονία.

Ο ζουρνάς στην Ημαθία και γενικότερα στη Μακεδονία, έχει δύο διαφορετικά μεγέθη. Ο πρώτος κοντός μήκους 35 εκατ. και τον συναντούμε μόνο στη Νάουσα, και ο δεύτερος μακρύς μήκους μέχρι και 65 εκατ. και τον συναντούμε τόσο στην Κεντρική, όσο και στην Ανατολική Μακεδονία, περιοχή Ηράκλειας (Τζουμαγιάς) Σερρών.Στην άλλη Ελλάδα ο ζουρνάς,έχει μήκος περίπου 30 έως 40 εκ. Γενικά όσο μακρύτερος ο ζουρνάς, τόσο βαθύτερο ήχο βγάζει.

Ο κάθε ζουρνάς αποτελείται συνήθως από τρία βασικά μέρη.

  • Τον κυρίως ζουρνά, δηλαδή το σώμα το οποίο καταλήγει σε σχήμα χωνιού που λέγεται τατάρα.
  • Τον «κλέφτη» που λέγεται και πιστόμιο, κεφαλάρι ή και μάνα.
  • Το πιπ’ ναρ’ κανελί ή πίσκα με την τσαμπούνα ή το τζαμπνάρ’

Το κυρίως σώμα κατασκευάζεται από πολλά και διαφορετικά ξύλα ανάλογα με την άποψη του ζουρνατζή ο οποίος είναι κατά κανόνα και κατασκευαστής του

Συνήθιζαν, αφού επέλεγαν το ξύλο και προτού αρχίσει η επεξεργασία του, να το βράζουν μέσα σε νερό με αλάτι ή και στάχτη, σε χαμηλή φωτιά, για να μην ραγίσει κατά την επεξεργασία του. Σήμερα ο ζουρνάς κατασκευάζεται σε τόρνο, μηχανικά. Πριν το 1970 η κατασκευή του αποτελούσε επίπονη και πολυήμερη εργασία, αφού έπρεπε να γίνει όλος στο χέρι με μαχαίρια, ξυράφια και τζάμια για το γυάλισμα του. Στο εσωτερικό του το ομοιόμορφο τρύπημα ήταν μια ξεχωριστή διαδικασία η οποία γίνονταν με πυρακτωμένο σίδερο και έπαιρνε ώρες πολλές.

Ο σωλήνας του ζουρνά -συνήθως ελαφρά κωνικός, κάποτε όμως και κυλινδρικός- καταλήγει σε ένα χωνί (ή καμπάνα ή τατάρα), περισσότερο ή λιγότερο ανοικτό. Φτιάχνεται από ξερό και χωρίς ρόζους ξύλο, για ν’ αντέχει στο δούλεμα και τις καιρικές μεταβολές, και το τοίχωμά του πρέπει να είναι ισόπαχο και λεπτό. Το τελευταίο αυτό συμβάλλει στην καθαρότητα, την ένταση και την ποιότητα του ήχου. Σήμερα, όταν ραγίσει ο σωλήνας του ζουρνά τον τυλίγουν σφιχτά με μια φούσκα (κύστη) που παίρνουν από σφαγμένο ζώο. Με τον καιρό η φούσκα ξεραίνεται και γίνεται ένα με το ξύλο, κι έτσι το προφυλάγει από μελλοντικά ραγίσματα.

Στην επάνω μεριά του σωλήνα μπαίνει ο κλέφτης, που πρέπει να εφαρμόζεται καλά για να μη χάνεται καθόλου αέρας στο φύσημα. Ο κλέφτης λέγεται επίσης μάνα, κεφαλάρι, πιστόμιο ή πιστόμι (Μακεδονία), φάσουλας (δυτική Ρούμελη) κλπ. και φτιάχνεται συνήθως από πυξάρι, αλλά και από άλλα ξύλα (κέδρο, νεραντζιά, ελιά, κ.ά.).

Στον κλέφτη προσαρμόζουν το κανέλι με την τσαμπούνα. Το κανέλι ή κανούλι ή καρνέλι είναι ένα λεπτό, από πάφιλα, κυλινδρικό σωληνάκι, πάνω στο οποίο δένουν το καλαμένιο γλωσσίδι, την τσαμπούνα. Η τσαμπούνα λέγεται επίσης: τσιμπόν (Πόντος), τσαπούνι ή τσαμπούνι (Πελοπόννησος), πιπίνι (Βόλος, Λιβαδειά), πιπίγκι (Ρούμελη), πιπινάρι (Γιδάς), πίσκα (Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης).

Το γλωσσίδι είναι η μόνιμη έγνοια κάθε ζουρνατζή: ποια εποχή θα αναζητήσει τα καλάμια απ' τα οποία θα φτιάξει τα γλωσσίδια του ζουρνά, τι καλάμια θα διαλέξει και ποια προετοιμασία απαιτείται έως ότου φτιάξει τα γλωσσίδια, όλα αυτά έχουν πίσω τους μια μακριά παράδοση, παρά τις όποιες διαφορές από τόπο σε τόπο. Τα γλωσσίδια τα φτιάχνουν από αγριοκάλαμο (φραγμίτης ο κοινός). Το αγριοκάλαμο είναι ότι καλύτερο για τη δημιουργία αυτού του τμήματος του ζουρνά. Θα πρέπει να έχει διάμετρο 5-10 χιλιοστά και το κόβουν από τις όχθες του Αλιάκμονα, του Λουδία και του Αξιού συνήθως τους μήνες Σεπτέμβρη και Οκτώβρη.

Εξάρτημα του ζουρνά είναι και η φούρλα, ένας δίσκος από κόκαλο, μέταλλο -συχνά ένα ασημένιο νόμισμα- ή και ξύλο. τρυπημένη στο κέντρο, την περνούν απ’ το γλωσσίδι και την αφήνουν «να καθίσει πάνω στον κλέφτη». Στο παίξιμο ο ζουρνατζής ακουμπάει τα χείλια του πάνω στη φούρλα κι αυτό τον βοηθάει να φυσάει ευκολότερα. Η φούρλα, αν και διαφέρει μορφολογικά, λειτουργεί όπως η φορβιά του αρχαιοελληνικού αυλού.

Ο ζουρνάς ή καραμούζα ή πίπιζα έχει 7 τρύπες μπροστά, συνήθως στρογγυλές, και σε ίση απόσταση τη μία από την άλλη και 1 τρύπα πίσω για τον αντίχειρα. Εκτός από τις 7+1 τρύπες για τα δάκτυλα, ο ζουρνάς έχει και άλλες ακόμα τρύπες στο κάτω μέρος του ηχείου του. Οι τρύπες αυτές, που δεν πατιούνται ποτέ αλλά μένουν πάντα ανοικτές, επιδρούν στην τονικότητα του οργάνου και την ποιότητα του ήχου του. Εάν τις κλείσουμε, χαμηλώνει η τονικότητα της κλίμακας που δίνει το όργανο και αλλοιώνεται η ακρίβεια των διαστημάτων της και το χρώμα του ήχου. Ο αριθμός τους, ανάλογα με την παράδοση της περιοχής αλλά και την ακουστική ευαισθησία και επιτηδειότητα εκείνου που φτιάχνει ή και παίζει το ζουρνά ποικίλει από 1 έως 10. Ο αριθμός των τρυπών που ανοίγουν στο κάτω μέρος του ζουρνά είναι ανάλογος με το μήκος του οργάνου.

Το γλωσσίδι αποτελεί για τον οργανοπαίχτη ζωντανό σώμα, προέκταση όχι μόνο οργανική, της γλώσσας, αλλά κυρίως των αισθήσεων και του βαθμού γνώσεων και ευαισθησίας του.

Στο παίξιμο του ζουρνά το γλωσσίδι μπαίνει ολόκληρο μέσα στο στόμα. Με το φύσημα τα δύο χείλια του γλωσσιδιού πάλλονται, δηλαδή ανοιγοκλείνουν και χτυπούν το ένα το άλλο κι αυτό δημιουργεί τον ήχο. Χαρακτηριστική είναι η τεχνική της ταυτόχρονης εισπνοής και εκπνοής αέρα που χρησιμοποιούν οι καλοί ζουρνατζήδες. Ο ζουρνατζής, ενώ εξακολουθεί να παίζει, εισπνέει ταυτόχρονα αέρα από τη μύτη, που αποθηκεύει στη στοματική κοιλότητα, για να τον χρησιμοποιήσει σε λίγο, αντικαθιστώντας τον με νέο αέρα, χωρίς να σταματήσει ούτε στιγμή «να φυσάει», δηλαδή να παίζει το όργανό του. Πριν αρχίσει να παίζει, ο ζουρνατζής κρατάει για λίγο στο στόμα του το γλωσσίδι για να μουσκέψει. Άλλοτε πάλι μουσκεύει το γλωσσίδι με λίγο νερό ή κρασί.

Η έκταση της διατονικής κλίμακας που δίνει ο ζουρνάς είναι μια οκτάβα και δύο φθόγγοι. Με δυνατότερο όμως φύσημα και κατάλληλο σφίξιμο των χειλιών, ο καλός ζουρνατζής δίνει πολύ περισσότερους φθόγγους. Τους φθόγγους όμως αυτούς δεν τους χρησιμοποιεί συχνά, γιατί απαιτούν από το ζουρνατζή ένα πολύ κουραστικό φύσημα. Το ύψος της τονικής εξαρτάται, όπως και στη φλογέρα, από το μήκος του ζουρνά, αλλά και από τις διαστάσεις του γλωσσιδιού. Χάρη στην κατάλληλη δακτυλοθεσία και το κατάλληλο φύσημα, ο καλός ζουρνατζής εξουδετερώνει την ώρα τουπαιξίματος τις όποιες κατασκευαστικές ατέλειες του οργάνου και δίνει, -όταν μέσα του έχει την παράδοση της δημοτικής μελωδίας- τα διαστήματα της φυσικής και όχι της συγκερασμένης κλίμακας.

Με τον οξύ, διαπεραστικό του ήχο, ο ζουρνάς είναι ένα όργανο για ανοικτό χώρο. Εκεί, στο πανηγύρι ή το γλέντι στην πλατεία του χωριού, η άγρια, όπως θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς, γοητεία και μαζί γλυκύτητα του ήχου του, εκφράζουν περισσότερο ίσως από κάθε άλλο λαϊκό όργανο το ύφος και το «ήθος» του δημοτικού μέλους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στο παίξιμο του ζουρνά δεν έχουμε διακυμάνσεις δυναμικής. Στο μονοφωνικό αυτό όργανο ο ζουρνατζής ξεμπολιάζει διαρκώς τη μελωδία με τρίλιες, αποτζατούρες και άλλα μουσικά στολίδια και με τονισμούς, που πετυχαίνει με το κατάλληλο, κάθε φορά, φύσημα. Με γκλισάντα, που κάνει όταν φουντώνει το κέφι, περνώντας ένα του δάκτυλο πάνω απ' όλες τις τρύπες του οργάνου.

Ο ζουρνάς παίζεται πάντα μαζί με το νταούλι. Τα δύο αυτά όργανα αποτελούν το παραδοσιακό οργανικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Συνήθως παίζουν: ένας ζουρνάς και ένα νταούλι ή δύο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Όταν παίζουν δύο ζουρνάδες, ο ζουρνατζής που παίζει τη μελωδία λέγεται μάστορας ή πριμαδόρος, και ο άλλος, αυτός που κρατάει το ίσο -συνήθως την τονική της κλίμακας στην οποία παίζει τη μελωδία ο μάστορας -μπασαδόρος ή πασαδόρος-. Εκτός από το ίσο, ο μπασαδόρος, όταν είναι καλός, παίζει μαζί με το μάστορα και ορισμένες φράσεις μελωδίας. Για να «ταιριάσουν» οι δύο ζουρνάδες -να δίνουν δηλαδή της ίδιας οξύτητας φθόγγους- κονταίνουν ή μακραίνουν τον έναν από τους δύο, χώνοντας βαθύτερα ή τραβώντας προς τα έξω, το γλωσσίδι ή και τον κλέφτη του ζουρνά.

Ο ζουρνάς, σύμφωνα με το μουσικολόγο Φοίβο Ανωγειανάκη, «στην Ημαθία αλλά και σε ολόκληρη τη Μακεδονία είναι «αδικημένος», τρόπος του λέει, από τον κόσμο, αφού όταν γίνεται λόγος για την συγκεκριμένη ζυγιά ο λαός δεν λέει «θα φέρω ή ήρθαν οι ζουρνάδες», αλλά «θα φέρω ή ήρθαν τα νταούλια». Κι ας είναι δύο οι ζουρνάδες και το νταούλι ένα, παρόλα αυτά το νταούλι χαρακτηρίζει τη ζυ­γιά και μάλιστα σε πληθυντικό «τα νταούλια».

 

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΖΟΥΡΝΑΤΖΗ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ
Σπουδαίος ζουρνατζής και μάλιστα ο πρώτος στη Νάουσα ήταν ο Δημήτρης Βογιατζής, γνωστός ως «Μήτρος Χαϊβάνος». 
Ο Δημήτρης Βογιατζής γεννήθηκε στη Νάουσα το 1870. Έμεινε στην τοπική ιστορία ως ο μόνος Ναουσαίος που έπαιζε ζουρνά για τις Μπούλες προπολεμικά. Οι Ναουσαίοι τον ήξεραν κυρίως με το παρατσούκλι Μήτρος Χαϊβάνος. Ζουρνά άρχισε να παίζει νέος σε ηλικία περίπου 20 χρονών. Το ζουρνά τον πήρε από κάποιον Τούρκο από τον οποίο μάλλον έμαθε και να παίζει. Από τα αδέρφια του Μήτρου κανείς δεν ασχολήθηκε με τη μουσική. Ο Δημήτρης Μπογιατζής απόκτησε 5 παιδιά που κατά σειρά ηλικίας ήταν: ο Χρήστος, ο Θανάσης, ο Γιάννης, η Ευδοξία και ο Νίκος. Από τα παιδιά του κανένα δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική. Ο μεγάλος του γιος προσπάθησε να μάθει ζουρνά αλλά δεν τα κατάφερε πολύ καλά και τα παράτησε, συνόδευε όμως κάποιες φορές τον πατέρα του με το νταούλι.

Ο Μήτρος λίγο πριν ανοίξει το τριόδι, κατασκεύαζε τις πίσκες για το ζουρνά του. Ετοίμαζε πολλές. Για κάθε χορό είχε και άλλη πίσκα.

Όταν άνοιγε το τριόδι, τον έπαιρναν για γλέντι οι πλούσιοι, όπως ο Λαναράς, καθώς και διάφορα σωματεία της πόλης, όπως των κρεοπωλών, για τα γλέντια που έκαναν. Για αμοιβή έπαιρνε ότι του δώριζαν αυτοί που γλεντούσαν.

Ο Μήτρος Χαϊβάνος δε συνεργάζονταν με άλλους ζουρνατζήδες, έπαιζε πάντα μόνος του και απ’ όσο μας είναι γνωστό δεν έπαιζε ποτέ σε γάμους.

Ο Στεφανής Νάνου, (1865-1937) που έπαιζε νταούλι με το Μήτρο Χαϊβάνο, είχε καταγωγή από τη Μελίκη Βέροιας. Ο αδερφός του Δημήτρης Νάνου έπαιζε γκάιντα στο Γιδά. Ο Στεφανής μερικές φορές έπαιζε και ζουρνά.

Ο Δημήτρης Βογιατζής έφυγε μετανάστης για την Αμερική γύρω στα 1911-1912 και έμεινε εκεί δέκα χρόνια. Όταν γύρισε στη Νάουσα γύρω στο 1922, συνέχισε πάλι να παίζει ζουρνά για τη μεγάλη του αγάπη, τις Μπούλες.

Το 1940 ο Μήτρος έπαθε εγκεφαλικό. Από το εγκεφαλικό δε μπορούσε να μιλήσει καθαρά και είχε πρόβλημα στην κίνηση, μπορούσε όμως ακόμη να φυσήξει στο ζουρνά. Τη χρονιά εκείνη για να βγουν τις αποκριές, τον έβαλαν πάνω σε ένα γαϊδούρι και έβγαλε τις Μπούλες παίζοντας πάνω στο γαϊδούρι. Η φλογερή ψυχή αυτού του ανθρώπου ήταν τόσο δεμένη με το έθιμο που παρά το σοβαρό πρόβλημα με την υγεία του ενώ δε μπορούσε καν να μιλήσει βγήκε να παίξει το ζουρνά. Οι παλιοί Ναουσαίοι ακόμα τον θυμούνται να παίζει καβάλα στο γαϊδουράκι όχι με το στόμα και τα χέρια αλλά με την ψυχή του! Δύο χρόνια μετά ο Δημήτρης Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος, ο αγαπημένος μουσικός των Ναουσαίων πέθανε σε ηλικία 72 χρονών.

Φόρμα Σχολίων

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.
CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.
7 + 1 =

Solve this simple math problem and enter the result. E.g. for 1+3, enter 4.