Αποκριά στη Νάουσα: Γιαννίτσαροι και Μπούλες

Την περίοδο της Αποκριάς, κυριαρχούν το κέφι, οι αστεϊσμοί, τα πειράγματα αλλά κυρίως οι μεταμφιέσεις.

Στη Νάουσα, η Αποκριά χαρακτηρίζεται από τον αυθορμητισμό, τον ενθουσιασμό, τη φιλόξενη διάθεση των Ναουσαίων, τα χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία γλέντια τους, τα σατιρικά καρναβάλια. Ιδιαίτερο και βασικότερο όμως στοιχείο είναι το έθιμο «Μπούλες» ή κατ’ άλλους «Γενίτσαροι και Μπούλες». Ένα έθιμο με βαθιές ρίζες, που στο πέρασμα της μακραίωνης ιστορίας του ενσωμάτωσε στοιχεία της τοπικής παράδοσης και των ηρωικών αγώνων. Την μεγαλύτερη ακμή του γνώρισε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και φθάνει αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας.

Σε αντίθεση με την «αταξία» που επικρατεί τις μέρες της αποκριάς, το έθιμο της Νάουσας χαρακτηρίζει η πειθαρχημένη, τυποποιημένη και εξαιρετικής αισθητικής εμφάνισης των συμμετεχόντων. Το ντύσιμο, το μάζεμα, το προσκύνημα, το δρομολόγιο, το μουσικό ρεπερτόριο, οι χοροί, τα όργανα και οι συμμετέχοντες κρατούν εδώ και αιώνες τους ίδιους κανόνες.

Το δρώμενο ξεκινάει την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς, συνεχίζεται την Δευτέρα -τα μπουλούκια επισκέπτονται τα σπίτια των μελών τους και γλεντούν, επαναλαμβάνεται την Κυριακή της Αποκριάς (Τυρινής)- στην πλατεία των Αλωνίων γίνεται γλέντι με παραδοσιακούς μεζέδες και το φημισμένο Ναουσαίικο κρασί, συνεχίζεται την Καθαρή Δευτέρα και την Κυριακή της Ορθοδοξίας όπου όλα τα μπουλούκια συναντώνται στην περιοχή Σπηλαίου για να γλεντήσουν με παραδοσιακές πίτες, γλυκά του ταψιού και άφθονο κρασί.

ΟιΓιαννίτσαροι και οι Μπούλες υπακούουν σε ένα αυστηρό τυπικό. Η τέλεση του εθίμου απαιτεί ορισμένους κανόνες, όπως τη συμμετοχή μόνο των ανδρών στο έθιμο, την τελετουργική μεταμφίεση του Γιαννίτσαρου και της Μπούλας, την αυστηρή τήρηση του χορευτικού και μουσικού ρεπερτορίου και τη δράση του μπουλουκιού σε συγκεκριμένο δρομολόγιο. Σημαντική είναι η συμβολή των μουσικών στο έθιμο. Οι οργανοπαίκτες που συνοδεύουν το μπουλούκι παίζουν μόνον ζουρνά και τύμπανο, τη λεγόμενη ζυγιά (ζευγάρι).

«Γιαννίτσαροι» και «Μπούλες» γίνονται μόνο τα ανύπαντρα παλικάρια. Παλαιότερα, μετά τα Χριστούγεννα, όσοι ήθελαν να γίνουν Γιαννίτσαροι συγκέντρωναν ρούχα και ασημικά. Σήμερα, τα ρούχα της στολής του Γιαννίτσαρου είναι η κοντέλα, η φουστανέλα, το πισλί, το ζουνάρι, το σελιάχι, οι κάλτσες και, για τελείωμα, στην κεφαλή ιδιαίτερα, για όσους κατάγονται από την Ήπειρο, ένα κόκκινο φέσι με μαύρη φούντα.

 

Η προετοιμασία

Στα πόδια φορούν τις κατάλευκες μπέτσφες (είδος κάλτσας που φτάνει από το μηρό μέχρι τον αστράγαλο), με τις βουδέτες, υφασμάτινες ταινίες που συγκρατούν τις κάλτσες, και καταλήγουν, στην άκρη, σε φούντες. Τα σκουφούνια (κάλτσες) γίνονται από τις νοικοκυρές με κάτασπρο μαλλί.

Η κοντέλα είναι ένα είδος φαρδυμάνικου πουκαμίσου, κεντημένου στο στήθος με κόκκινη ή άσπρημεταξωτή κλωστή σε σχέδιο ψαροκόκκαλου.

Η φουστανέλα είναι το βασικότερο κομμάτι της στολής του Γιαννίτσαρου. Φτάνει πάνω από το γόνατο, και έχει 250 έως 400 λαγκιόλια (πιέτες), ανάλογα με την οικονομική κατάσταση και τη σωματική διάπλαση καθενός.

Στα πέλματα φορούν τσαρούχια, που φτιάχονται από δέρμα και καταλήγουν σε πυκνή μαύρη φούντα.

Μπροστά στο στήθος είναι ραμμένα τα ρούπια (κέρματα) του 17ου, 18ου, 19ου αιώνα. Τα ασημένια έχουν προέλευση τουρκική, γαλλική ή αυστριακή. Είναι περασμένα σε αλυσίδες που καταλήγουν σε σταυρούς και χαϊμαλιά (ή χαϊμαλιά), δηλαδή φυλαχτά. Σήμερα ράβονται για ευκολία πάνω σε ένα γιλέκο. Στην πάνω μεριά τις περισσότερες φορές είναι ραμμένο ένα μπαΐρι ή ένα γκιουρντάνι που ξεκινά από το λαιμό. Παλιά, όλα ράβονταν πάνω στο Γιαννίτσαρο το Σαββατόβραδο παραμονή της Αποκριάς.

 

Στο Δημαρχείο

Στο ξεκίνημα της διαδρομής, ο αρχηγός των Γιαννίτσαρων και μία Μπούλα ανεβαίνουν στο Δημαρχείο. Βγάζουν τον «πρόσωπο», για να βεβαιωθεί ο Δήμαρχος πως είναι καλά παιδιά, φιλήσυχοι πολίτες και προπαντός υπεράνω πάσης υποψίας. Την ώρα αυτή ο ζουρνάς αλλάζει σκοπό και παίζει το «Κάτω στη Ρόιδο», τη μόνη πατινάδα που οι Γιαννίτσαροι χορεύουν κουνώντας το μαντήλι. «Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια ρωμιοπούλα» λέει το τραγούδι που δεν επιλέγεται τυχαία, καθώς ο στόχος είναι η παραπλάνηση του Δημάρχου «Μουντίρη».

Η στιχομυθία μεταξύ του Δημάρχου και του αρχηγού των Γιαννίτσαρων σήμερα έχει ως εξής:

«Αρχηγός: Δήμαρχε ζητούμε την άδειά σου για να βγει το Μπουλούκι.
Δήμαρχος: Είναι όλα όπως πρέπει;
Αρχηγός: Απόλυτα. Μπορείς να δεις.
Δήμαρχος: Έχετε την άδεια».

Ο αρχηγός χαιρετά πηδώντας στα δυο του πόδια και η Μπούλα φιλά τα χέρια του Δημάρχου και, στη συνέχεια, όλων των παρευρισκομένων. Όλοι δωρίζουν χρήματα. Στη συνέχεια παίρνει το δίσκο με τα κεράσματα και περιφέρεται κερνώντας όλους.

«Αρχηγός: Κινήστε παλικάρια!»

Κι αρχίζει ο χορός. Ο ζουρνάς παίζει το “Θούριο” του Ρήγα. Οι πάλες βγαίνουν από τα θηκάρια.

 

Η διαδρομή

Η διαδρομή που ακολουθεί το μπουλούκι χορεύοντας, είναι συγκεκριμένη και γίνεται στα όρια της παλιάς πόλης. Πρώτη στάση το Τριώδι, ακολουθούν τα Καμένα, η Πουλιάνα, τα Μπατάνια, το Κιόσκι, ο ΄Αη-Γιώργης. Σε κάθε γειτονιά οι ένοπλοι χορευτές σταματούν, κάνουν κύκλο και χορεύουν πρώτοι όσοι μένουν εκεί. Ο ζουρνάς και το νταούλι παίζουν κάθε φορά και διαφορετικά τραγούδια, χαρακτηριστικά του κάθε μαχαλά. Έτσι, τίποτα δεν είναι ίδιο, αφού αυτό ορίζει το έθιμο.

Στις 17.00-18.00 περίπου το Μπουλούκι φθάνει στα Αλώνια. Εδώ θα βγει ο «πρόσωπος» απ’ όλους. Παλιά έβγαινε μόνον από αυτούς που έμεναν στις γύρω γειτονιές. Όλοι οι υπόλοιποι θα αποκαλύπτονταν στον τελευταίο χορό στα «Καμένα».

Ο ζουρνάς παίρνει φωτιά, πυροδοτεί τους χορευτές κι αυτοί, κυριευμένοι από «μανία», από την ψυχική και πνευματική δύναμη που ο αγώνας εμφυτεύει, οδηγούν την πράξη στο αποκορύφωμά της. Είναι η στιγμή που θα βγάλουν τον «πρόσωπο», θα αποκαλύψουν τον πραγματικό τους εαυτό και οι αντάρτες θα ανακατευθούν με τον κόσμο που παραληρεί κάτω από τους μεθυστικούς ήχους του ζουρνά και θα χαθούν ανάμεσά τους.

 

Η Μπούλα

Οι Μπούλες είναι μια ή δύο σε κάθε μπουλούκι. Ο αποκλειστικός της χορός είναι η Μακρυνίτσα, που τον σέρνει έξω από το Δημαρχείο. Είναι ο χορός με τον οποίο τα γυναικόπαιδα προτίμησαν να πέσουν στα αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας, παρά να πέσουν στα χέρια του Τουρκικού ζυγού.

Η στολή της Μπούλας διαφέρει σε αρκετές λεπτομέρειες από αυτή του Γιαννίτσαρου. Καταρχήν να πούμε ότι η Μπούλα, όπως ακριβώς στα αρχαία δρώμενα, είναι ένας άντρας ντυμένοςμε φαρδιά φουστάνια. Στο κεφάλι του έχει λουλούδια, από τα οποία ξεκινούν τούλια και κορδέλες. Φοράει πρόσωπο χωρίς μουστάκι, με κόκκινα ολοστρόγγυλα μάγουλα και χρυσαφί βαράκι, όπως ακριβώς και του Γιαννίτσαρου. Απαραίτητα εξαρτήματα της φορεσιάς είναι τα ψιλά ασήμια στο στήθος.

Η σαλταμάρκα (γυνακείο νυφιάτικο γιλεκάκι με μανίκια), οι τραχηλιές, που είναι κισμιρένιες, τα φλουριά, η ολομέταξη, με κρόσια ζώστρα που πάνω της φοριούνταιτα συρματερά κολάνια (πόρπες), με πέτρες και χρυσοκέντητη ζώνη, είναι όλα εξαρτήματα γυναικείας τοπικής φορεσιάς, εκτός από το φουστάνι που είναι ειδικά ραμμένο, ώστε να στέκεται φουσκωτό.

 

Ο Πρόσωπος

Πρόκειται για ένα από τα βασικότερα εξαρτήματα της στολής, με ιδιαίτερη σημασία. Μετά το χαλασμό της Νάουσας το 1822, χάθηκαν όλα τα καλούπια για την κατασκευή του. Όταν όμως το 1823 επαναλήφτηκε το έθιμο, τότε ο παλιός μάστορας των προσωπάδων Γιάννης Μπλατσιώτης έκανε νέο καλούπι τόσο όμορφο, όσο και η κόρη του Ασπασία. Έκανε ένα χειμώνα για να το πετύχει τόσο τέλειο, όσο και το παλιό.

Ο πρόσωπος κατασκευάζεται από χοντρό πανί, πάνω στο οποίο μπαίνει γύψος, και από τη μια τη μεριά αλείφεται με γνήσιο κερί, ώστε να κρατά δροσιά σε αυτόν που τη φοράει όλη μέρα. Το μουστάκι γίνεται από αλογότριχα και κατράμι, ενώ η σύνθεση των χρωμάτων έχει ως βάση το αυγό της κότας. Όπως είναι γνωστό, τα υλικά αυτά, μέχρι και σήμερα απαντώνται μόνο στην κατασκευή προσωπείων.

Ο πρόσωπος βάφεται με κατάλευκο χρώμα και λίγο κόκκινο στα μάγουλα. Το λευκό συμβολίζει τη νέκρωση της φύσης και του ελληνισμού, ενώ τα κόκκινα μάγουλα δίνουν ένα ζωντάνεμα που σιγοφαίνεται και θα πλημμυρίσει σε όλες τις καρδιές του σκλαβωμένου γένους. Το κίτρινο βαράκι (στρογγυλό σημάδι) πάνω στο μέτωπο μπήκε πρώτα στη Μπούλα, διακριτικό παντρεμένης ανατολίτισσας, και μετά προσαρμόστηκε στον πρόσωπο του Γιαννίτσαρου για ομορφιά, αλλά και για να συμβολίσει ότι η σκλαβιά πεθαίνει. Τους συμβολισμούς αυτούς τους μετέφεραν γέροντες. Εκείνο όμως που είναι σίγουρο είναι ότι παρόμοια χρώματα χρησιμοποιήθηκαν σε αρχαία προσωπεία, με την ίδια περίπου αρχιτεκτονική και αναλογίες.

Πιθανόν οι μάσκες να είναι καταβολές από την αρχαία διονυσιακή λατρεία (η μάσκα των Σατύρων και των Μαινάδων ή το «προσωπείο» των ηθοποιών στο δράμα) που φορτίζουν συγκινησιακά τον «πρόσωπο». Ενδεχομένως όμως να εκφράζουν και την «ανατολίτικη» γοητεία, έτσι όπως την αναδίδει το λευκό του χρώμα, τα χείλη και οι δυο σχισμές στη θέση των ματιών.

Το ξεφάντωμα ολοκληρώνεται την Καθαρά Δευτέρα. Το βράδυ μετά τον τελευταίο χορό στα Καμμένα, είναι η ώρα του χωρισμού. Εκεί αφού όλοι οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες κάνουν ένα κύκλο, βάζουν τον οργανοπαίκτη στη μέση, τον χτυπούν συμβολικά με την πλατειά πλευρά της πάλας στο κεφάλι και, σηκώνοντάς τον, φωνάζουν: «Παντάξιος, Μήτρο και του χρόνου!». Στη συνέχεια, όπως είναι στον ίδιο κύκλο, θα χτυπήσουν όλοι τις πάλες στη γη με τις μύτες λέγοντας  «Ό,τι είπαμε και δεν είπαμε, εδώ να μένει».

Με τον τρόπο αυτό αλληλοσυγχωριούνται για τυχόν μικροπαρεξηγήσεις,που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους. Στη συνέχεια, αφού πάρουν και πάλι χέρι από τον πιο μεγάλο μέχρι τον πιο μικρό και όσους από τους πολίτες παρευρίσκονται, φεύγουν για τα σπίτια τους.

(Πηγές: http://www.naousa.gr/indepth/apokria/index.htm
http://framewalk.blogspot.gr/2013/03/blog-post_14.html)

Φόρμα Σχολίων

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.
CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.
1 + 1 =

Solve this simple math problem and enter the result. E.g. for 1+3, enter 4.